Η παρουσία και η οικονομική δραστηριότητα των ξένων επιχειρήσεων στην Ελλάδα: τάσεις, διάρθρωση και διαφοροποιήσεις ανά χώρα ελέγχου (2021–2024)
του Δρ. Τρύφωνα Λεμοντζόγλου
Εισαγωγή
Η παρούσα ανάλυση εξετάζει την παρουσία και την οικονομική δραστηριότητα των ξένων επιχειρήσεων στην Ελλάδα, αξιοποιώντας τα διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ κατά την περίοδο 2021–2024. Η προσέγγιση εστιάζει τόσο στη συνολική οικονομική βαρύτητα των ξένων επιχειρήσεων όσο και στη διαχρονική εξέλιξη βασικών οικονομικών μεγεθών τους. Παράλληλα, διερευνώνται οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των ξένων επιχειρήσεων ανάλογα με τη χώρα κύριας ιδιοκτησίας της θεσμικής μονάδας.
Η ανάλυση περιλαμβάνει τον αριθμό των επιχειρήσεων, την απασχόληση, τον κύκλο εργασιών, την αξία παραγωγής, την προστιθέμενη αξία, τις αγορές, τις δαπάνες προσωπικού και τις ακαθάριστες επενδύσεις σε υλικά αγαθά. Για την καλύτερη αποτύπωση των διαφορών μεταξύ των χωρών χρησιμοποιούνται επίσης δείκτες ανά επιχείρηση και ανά απασχολούμενο, καθώς και αναλογίες (δείκτες) που αποτυπώνουν τη διάρθρωση της οικονομικής δραστηριότητας.
Η συνολική οικονομική βαρύτητα των επιχειρήσεων υπό ξένο έλεγχο
Το πρώτο και ίσως σημαντικότερο εύρημα αφορά τη δυσανάλογα μεγάλη οικονομική παρουσία των ξένων επιχειρήσεων σε σχέση με τη συμμετοχή τους στο συνολικό πλήθος των επιχειρήσεων στην Ελλάδα.
Το 2024, οι επιχειρήσεις υπό ξένο έλεγχο ανέρχονταν σε 4.797 σε σύνολο 966.366 επιχειρήσεων, αντιπροσωπεύοντας μόλις το 0,5% του συνολικού αριθμού. Ωστόσο, η συμμετοχή τους στα υπόλοιπα βασικά οικονομικά μεγέθη ήταν σημαντικά υψηλότερη:
Απασχολούσαν 282.039 εργαζομένους (δηλαδή το 7,8% της συνολικής απασχόλησης).
Πραγματοποίησαν κύκλο εργασιών 88,1 δισ. ευρώ (δηλαδή το 19,7% του συνολικού κύκλου εργασιών).
Δημιούργησαν προστιθέμενη αξία 22,4 δισ. ευρώ (δηλαδή το 19,6% της συνολικής προστιθέμενης αξίας)
- Οι δαπάνες προσωπικού τους ανέρχονταν σε 10,35 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 19,3% των συνολικών δαπανών προσωπικού.
- Πραγματοποιούσαν ακαθάριστες επενδύσεις σε υλικά αγαθά ύψους 4,4 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 20,8% του συνόλου.
Η απόκλιση μεταξύ του μεριδίου τους στον αριθμό των επιχειρήσεων και της συμμετοχής τους στα οικονομικά μεγέθη υποδηλώνει ότι οι επιχειρήσεις υπό ξένο έλεγχο είναι, κατά μέσο όρο, σημαντικά μεγαλύτερες από τις επιχειρήσεις ελληνικού ελέγχου.
Ειδικότερα, απασχολούν κατά μέσο όρο περίπου 59 εργαζομένους ανά επιχείρηση, έναντι περίπου 3,5 στις επιχειρήσεις ελληνικού ελέγχου. Αντίστοιχα, ο μέσος κύκλος εργασιών ανά επιχείρηση ανέρχεται σε περίπου 18,4 εκατ. ευρώ, έναντι 374 χιλ. ευρώ, ενώ η προστιθέμενη αξία ανά επιχείρηση ανέρχεται σε περίπου 4,7 εκατ. ευρώ, έναντι 95 Λιλ. ευρώ.
Η διαφοροποίηση παραμένει σημαντική και όταν τα μεγέθη υπολογίζονται ανά εργαζόμενο. Ο κύκλος εργασιών ανά εργαζόμενο στις επιχειρήσεις υπό ξένο έλεγχο ανέρχεται σε 312,4 χιλ. ευρώ, έναντι 107,3 χιλ. ευρώ στις επιχειρήσεις ελληνικού ελέγχου. Αντίστοιχα, η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο ανέρχεται σε 79,3 χιλ. ευρώ, έναντι 27,4 χιλ. ευρώ.
Τα στοιχεία αυτά υποδεικνύουν σημαντικές διαφορές στο μέσο μέγεθος και στην οικονομική δραστηριότητα των δύο κατηγοριών επιχειρήσεων. Η υψηλότερη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο στις επιχειρήσεις υπό ξένο έλεγχο αποτελεί ένδειξη υψηλότερης παραγωγικότητας της εργασίας σε περιγραφικό επίπεδο. Ωστόσο, η διαφορά αυτή ενδέχεται να επηρεάζεται από την κλαδική σύνθεση, την κεφαλαιακή ένταση, την τεχνολογία και το μέσο μέγεθος των επιχειρήσεων και δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε διαφορές αποτελεσματικότητας.
Η διαχρονική εξέλιξη κατά την περίοδο 2021–2024
Η εξέλιξη των βασικών οικονομικών μεγεθών των επιχειρήσεων υπό ξένο έλεγχο κατά την περίοδο 2021–2024 παρουσιάζει συνολικά ανοδική πορεία.
Ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε από 62,1 δισ. ευρώ το 2021 σε 88,1 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας ονομαστική αύξηση περίπου 42%. Η προστιθέμενη αξία αυξήθηκε από 15,3 δισ. ευρώ σε 22,4 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 46,2%. Παράλληλα, οι δαπάνες προσωπικού αυξήθηκαν από 7,37 δισ. ευρώ σε 10,35 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 40,3%.
Η σύγκριση των τριών μεγεθών αναδεικνύει ότι η προστιθέμενη αξία αυξήθηκε ταχύτερα από τον κύκλο εργασιών, ενώ οι δαπάνες προσωπικού αυξήθηκαν με χαμηλότερο ρυθμό από την προστιθέμενη αξία.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται και στους σχετικούς δείκτες. Ειδικότερα, η προστιθέμενη αξία ως ποσοστό του κύκλου εργασιών αυξήθηκε από 24,7% το 2021 σε 25,4% το 2024. Αντίθετα, οι δαπάνες προσωπικού ως ποσοστό της προστιθέμενης αξίας μειώθηκαν από 48,2% σε 46,2%.
Συνεπώς, κατά την εξεταζόμενη περίοδο παρατηρείται αύξηση της προστιθέμενης αξίας με ταυτόχρονη υποχώρηση του μεριδίου των δαπανών προσωπικού σε αυτήν. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει μεταβολή στη διάρθρωση της προστιθέμενης αξίας, χωρίς ωστόσο να επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα για την εξέλιξη της κερδοφορίας ή του λειτουργικού πλεονάσματος, για τα οποία απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία.
Επισημαίνεται επίσης ότι οι παραπάνω μεταβολές αφορούν ονομαστικές αξίες. Επομένως, δεν αποτυπώνουν αποκλειστικά μεταβολές στον πραγματικό όγκο της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς επηρεάζονται και από τις μεταβολές των τιμών.
Η κατανομή των επιχειρήσεων και της οικονομικής δραστηριότητας ανά χώρα κύριου ελέγχου
Η εξέταση της κατανομής των επιχειρήσεων υπό ξένο έλεγχο ανά χώρα τελικού ελέγχου αναδεικνύει σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών, τόσο ως προς τον αριθμό των επιχειρήσεων όσο και ως προς τη συμμετοχή τους στα βασικά οικονομικά μεγέθη.
Η Κύπρος συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μερίδιο στον αριθμό των επιχειρήσεων, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 34% του συνόλου. Ωστόσο, η συμμετοχή της στον κύκλο εργασιών και στην προστιθέμενη αξία περιορίζεται περίπου στο 11% και 10%, αντίστοιχα. Η απόκλιση αυτή υποδηλώνει ότι οι κυπριακά ελεγχόμενες επιχειρήσεις είναι, κατά μέσο όρο, μικρότερες ως προς την απασχόληση και την οικονομική τους δραστηριότητα σε σύγκριση με επιχειρήσεις άλλων χωρών τελικού ελέγχου.
Αντίθετα, η Γερμανία αντιπροσωπεύει μόλις το 6% των επιχειρήσεων, αλλά συμμετέχει με 14% στον κύκλο εργασιών, 14% στην αξία παραγωγής, 16% στην προστιθέμενη αξία και 16% στις επενδύσεις. Η συμμετοχή της στην οικονομική δραστηριότητα είναι, επομένως, σημαντικά υψηλότερη από τη συμμετοχή της στον αριθμό των επιχειρήσεων.
Ανάλογη, αν και διαφοροποιημένη, εικόνα εμφανίζουν οι επιχειρήσεις υπό αμερικανικό έλεγχο. Με μερίδιο περίπου 7% στον αριθμό των επιχειρήσεων, αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% της απασχόλησης, το 11% της προστιθέμενης αξίας και το 13% των επενδύσεων. Εμφανίζουν, συνεπώς, αυξημένη συμμετοχή σε ορισμένα οικονομικά μεγέθη σε σχέση με το μερίδιό τους στον αριθμό των επιχειρήσεων.
Οι επιχειρήσεις υπό βρετανικό έλεγχο εμφανίζουν σχετικά ισορροπημένη κατανομή μεταξύ του μεριδίου τους στον αριθμό των επιχειρήσεων και της συμμετοχής τους στα περισσότερα οικονομικά μεγέθη. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις υπό έλεγχο από το Λουξεμβούργο εμφανίζουν σχετικά υψηλό μερίδιο στην απασχόληση σε σχέση με τη συμμετοχή τους στην προστιθέμενη αξία και στον κύκλο εργασιών.
Τέλος, η κατηγορία των λοιπών χωρών συγκεντρώνει το μεγαλύτερο συνολικό μερίδιο σε αρκετά οικονομικά μεγέθη, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 40% των επιχειρήσεων και το 51%–54% της αξίας παραγωγής, της προστιθέμενης αξίας και του κύκλου εργασιών. Επειδή, ωστόσο, περιλαμβάνει πολλές διαφορετικές χώρες, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ενιαία κατηγορία με ομοιογενή χαρακτηριστικά.
Συνολικά, η γεωγραφική κατανομή καταδεικνύει ότι η χώρα τελικού ελέγχου συνδέεται με διαφορετικά πρότυπα παρουσίας στην ελληνική οικονομία, τα οποία αντανακλώνται στο μέσο μέγεθος των επιχειρήσεων και στη συμμετοχή τους στα επιμέρους οικονομικά μεγέθη.
Οικονομική δραστηριότητα και επενδύσεις (ανά εργαζόμενο)
Η εξέταση των οικονομικών μεγεθών ανά εργαζόμενο επιτρέπει μια πιο ουσιαστική σύγκριση της οικονομικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων υπό διαφορετικό εθνικό έλεγχο, καθώς περιορίζει την επίδραση των διαφορών στο συνολικό μέγεθος των επιχειρήσεων.
Οι επιχειρήσεις υπό γερμανικό έλεγχο εμφανίζουν τις υψηλότερες τιμές στους βασικούς δείκτες. Συγκεκριμένα, ο κύκλος εργασιών ανά εργαζόμενο ανέρχεται σε 404,6 χιλ. ευρώ, η προστιθέμενη αξία σε 110,9 χιλ. ευρώ και οι επενδύσεις σε υλικά αγαθά σε 22,6 χιλ. ευρώ.
Οι επιχειρήσεις υπό αμερικανικό έλεγχο εμφανίζουν επίσης υψηλή προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο, η οποία ανέρχεται σε 85,8 χιλ. ευρώ, καθώς και επενδύσεις ύψους 20,6 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο. Στις επιχειρήσεις υπό βρετανικό έλεγχο, ο κύκλος εργασιών ανά εργαζόμενο είναι σχετικά υψηλός (349,3 χιλ. ευρώ), ενώ η προστιθέμενη αξία διαμορφώνεται σε 72 χιλ. ευρώ.
Στον αντίποδα, οι επιχειρήσεις υπό κυπριακό έλεγχο εμφανίζουν χαμηλότερο κύκλο εργασιών και προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο, 190,4 και 46,1 χιλ. ευρώ αντίστοιχα. Αντίστοιχα, οι επιχειρήσεις υπό έλεγχο από το Λουξεμβούργο εμφανίζουν σχετικά χαμηλές τιμές τόσο στην προστιθέμενη αξία (50,8 χιλ. ευρώ) όσο και στις επενδύσεις ανά εργαζόμενο (10,9 χιλ. ευρώ).
Η διαφοροποίηση των μεγεθών ανά εργαζόμενο υποδεικνύει ότι οι επιχειρήσεις υπό διαφορετικό εθνικό έλεγχο παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά ως προς την ένταση της οικονομικής δραστηριότητας και των επενδύσεων. Ωστόσο, οι δείκτες αυτοί δεν αποτελούν από μόνοι τους πλήρη μέτρα παραγωγικότητας ή επενδυτικής αποτελεσματικότητας, καθώς δεν λαμβάνουν υπόψη τις ώρες εργασίας, την κλαδική σύνθεση και τις διαφορές στην κεφαλαιακή ένταση.
Διαφοροποιήσεις στη διάρθρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας
Πέρα από τις διαφορές στο μέγεθος και στην οικονομική δραστηριότητα, οι επιχειρήσεις ανά χώρα τελικού ελέγχου παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις και στη διάρθρωση των οικονομικών τους μεγεθών.
Ένας σημαντικός δείκτης είναι η προστιθέμενη αξία ως ποσοστό του κύκλου εργασιών. Οι επιχειρήσεις υπό αμερικανικό έλεγχο εμφανίζουν την υψηλότερη αναλογία, 30,7%, ακολουθούμενες από τις γερμανικές επιχειρήσεις με 27,4%. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις υπό βρετανικό έλεγχο εμφανίζουν χαμηλότερη αναλογία, 20,6%, ενώ στο Λουξεμβούργο το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 21,7%.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει διαφοροποιήσεις στη σχέση μεταξύ κύκλου εργασιών και δημιουργούμενης προστιθέμενης αξίας. Ωστόσο, ο δείκτης επηρεάζεται από το είδος της δραστηριότητας, ιδίως από τη συμμετοχή εμπορικών δραστηριοτήτων και τη χρήση ενδιάμεσων εισροών.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η αναλογία των αγορών μεταπώλησης προς τις συνολικές αγορές. Η υψηλότερη τιμή καταγράφεται στις επιχειρήσεις υπό έλεγχο από το Λουξεμβούργο, όπου ανέρχεται σε 65%, ενώ στις επιχειρήσεις υπό κυπριακό και γερμανικό έλεγχο διαμορφώνεται σε 45,2% και 46,6%, αντίστοιχα. Το εύρημα αυτό είναι συμβατό με μεγαλύτερη βαρύτητα των αγορών για μεταπώληση στη δραστηριότητα των επιχειρήσεων υπό έλεγχο από το Λουξεμβούργο.
Οι δαπάνες προσωπικού ως ποσοστό της προστιθέμενης αξίας εμφανίζουν επίσης αξιοσημείωτες διαφορές. Στις επιχειρήσεις υπό αμερικανικό έλεγχο ανέρχονται σε 63,4%, ενώ στις γερμανικές επιχειρήσεις περιορίζονται σε 34,6%. Στην πρώτη περίπτωση, μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας αντιστοιχεί στις δαπάνες προσωπικού, ενώ στη δεύτερη το αντίστοιχο μερίδιο είναι αισθητά χαμηλότερο.
Τέλος, οι επενδύσεις ως ποσοστό της προστιθέμενης αξίας ανέρχονται σε 30,6% στις επιχειρήσεις υπό κυπριακό έλεγχο, έναντι 24,1% στις αμερικανικές και 20,4% στις γερμανικές επιχειρήσεις. Οι διαφοροποιήσεις αυτές υποδηλώνουν διαφορετική επενδυτική ένταση σε σχέση με την προστιθέμενη αξία, χωρίς να συνεπάγονται αναγκαστικά αντίστοιχες διαφορές στη μακροχρόνια συσσώρευση κεφαλαίου.
Συνολικά συμπεράσματα
Η ανάλυση των επιχειρήσεων υπό ξένο έλεγχο στην Ελλάδα αναδεικνύει τρία βασικά συμπεράσματα.
Πρώτον, παρά τη μικρή συμμετοχή τους στον συνολικό αριθμό επιχειρήσεων, οι επιχειρήσεις υπό ξένο έλεγχο κατέχουν ιδιαίτερα σημαντική θέση στην ελληνική οικονομία. Το γεγονός ότι αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα πέμπτο του κύκλου εργασιών, της προστιθέμενης αξίας και των επενδύσεων καταδεικνύει τη μεγάλη οικονομική βαρύτητα αυτής της κατηγορίας επιχειρήσεων.
Δεύτερον, κατά την περίοδο 2021–2024 καταγράφεται σημαντική ονομαστική διεύρυνση της δραστηριότητάς τους. Η προστιθέμενη αξία αυξήθηκε ταχύτερα από τον κύκλο εργασιών, ενώ οι δαπάνες προσωπικού αυξήθηκαν με χαμηλότερο ρυθμό από την προστιθέμενη αξία. Η εξέλιξη αυτή συνοδεύτηκε από μείωση του μεριδίου των δαπανών προσωπικού στην προστιθέμενη αξία.
Τρίτον, η ανάλυση ανά χώρα τελικού ελέγχου αποκαλύπτει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Η Κύπρος συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων, χωρίς αντίστοιχη συμμετοχή στα συνολικά οικονομικά μεγέθη. Η Γερμανία και οι ΗΠΑ εμφανίζουν υψηλότερη συμμετοχή στην προστιθέμενη αξία και στις επενδύσεις σε σχέση με το μερίδιό τους στον αριθμό των επιχειρήσεων. Παράλληλα, τα μεγέθη ανά εργαζόμενο και οι δείκτες διάρθρωσης αναδεικνύουν διαφορετικά πρότυπα οικονομικής δραστηριότητας, εμπορικής λειτουργίας και κατανομής της προστιθέμενης αξίας.
Συνολικά, η παρουσία των επιχειρήσεων υπό ξένο έλεγχο στην Ελλάδα δεν χαρακτηρίζεται από ομοιογένεια. Αντίθετα, διαφοροποιείται σημαντικά ανά χώρα τελικού ελέγχου, τόσο ως προς το μέσο μέγεθος των επιχειρήσεων όσο και ως προς τη διάρθρωση της οικονομικής τους δραστηριότητας. Η διερεύνηση αυτών των διαφοροποιήσεων προσφέρει μια χρήσιμη περιγραφική εικόνα της συμμετοχής των επιχειρήσεων ξένου ελέγχου στην ελληνική οικονομία και δημιουργεί τη βάση για περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κλαδική τους σύνθεση, την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και τη συμβολή τους στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα.
Μεθοδολογικές επισημάνσεις και περιορισμοί
Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων πρέπει να λαμβάνει υπόψη ορισμένους περιορισμούς:
Ονομαστικές αξίες: Τα χρηματικά μεγέθη της περιόδου 2021–2024 δεν έχουν αποπληθωριστεί. Επομένως, οι διαχρονικές μεταβολές περιλαμβάνουν τόσο μεταβολές τιμών όσο και μεταβολές της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας.
Δείκτες ανά απασχολούμενο: Ο αριθμός απασχολουμένων δεν ισοδυναμεί με τις ώρες εργασίας. Οι δείκτες ανά απασχολούμενο αποτελούν χρήσιμες προσεγγίσεις της οικονομικής απόδοσης της εργασίας, αλλά δεν αποτυπώνουν πλήρως την παραγωγικότητα.
Κλαδική σύνθεση: Οι διαφορές μεταξύ των χωρών μπορεί να αντανακλούν διαφορετική κατανομή των επιχειρήσεων μεταξύ κλάδων και όχι αποκλειστικά διαφορές στον τρόπο λειτουργίας τους. Η εξέταση της κλαδικής διάρθρωσης θα αποτελούσε σημαντική επέκταση της ανάλυσης.
Επενδύσεις: Οι ακαθάριστες επενδύσεις σε υλικά αγαθά αποτελούν ετήσια επενδυτική δαπάνη των επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Δεν ταυτίζονται με τις εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων ούτε αποδεικνύουν ότι η χρηματοδότηση προήλθε απευθείας από το εξωτερικό.
Προστιθέμενη αξία και δαπάνες προσωπικού: Η αναλογία δαπανών προσωπικού προς προστιθέμενη αξία αποτυπώνει τη σχετική βαρύτητα του κόστους εργασίας, αλλά δεν ταυτίζεται με το μερίδιο της εργασίας στο εθνικό εισόδημα ή με το ποσοστό κερδοφορίας.
Κατηγορία λοιπών χωρών: Η συγκεντρωτική κατηγορία περιλαμβάνει ετερογενείς χώρες και, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ενιαία γεωγραφική ή οικονομική ομάδα.
Συσχετίσεις και αιτιότητα: Οι διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ των χωρών είναι περιγραφικές. Δεν τεκμηριώνουν αιτιώδη επίδραση της χώρας τελικού ελέγχου στα οικονομικά αποτελέσματα των επιχειρήσεων.
......................................................................................................................................................
......................................................................................................................................................
 |
| Εξέλιξη κύκλου εργασιών, προστιθέμενης αξίας και δαπανών προσωπικού |
Κατά την περίοδο 2021–2024, ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων με ξένο κύριο μέτοχο παρουσίασε σημαντική αύξηση (+42%), η οποία δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη μεταβολή της προστιθέμενης αξίας και των δαπανών προσωπικού. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει πως η αύξηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν μεταφράζεται με απόλυτο τρόπο σε αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας και της εργασιακής δαπάνης.
Η εξέλιξη αυτή εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο τα οφέλη από την αυξημένη επιχειρηματική δραστηριότητα κατανέμονται αναλογικά μεταξύ εργασίας και λοιπών συντελεστών παραγωγής.
Ο λόγος δαπανών προσωπικού προς κύκλο εργασιών (βλ. Personnel Cost Ratio) παραμένει σχετικά σταθερός (περίπου στο 11–12%), ενώ ο λόγος προστιθέμενης αξίας προς κύκλο εργασιών (βλ. Value Added Ratio), μετά την υποχώρηση του 2022, αυξήθηκε και έφτασε το 25,4% το 2024. Παράλληλα, το μερίδιο των δαπανών προσωπικού στην προστιθέμενη αξία (βλ. Labour Income Share) μειώθηκε από 48,2% το 2021 σε 46,2% το 2024.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις ξένου ελέγχου ενίσχυσαν την οικονομική τους παρουσία στην Ελλάδα, αυξάνοντας όχι μόνο τον κύκλο εργασιών τους (+42%), αλλά και την προστιθέμενη αξία που δημιουργούν (+46,2%). Ωστόσο, η αύξηση της προστιθέμενης αξίας δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ενίσχυση της συμμετοχής της εργασιακής δαπάνης σε αυτήν, καθώς το σχετικό μερίδιο υποχώρησε κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες.
 |
| Μερίδιο επιχειρήσεων ξένου ελέγχου στα βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, 2024 |
Οι επιχειρήσεις υπό ξένο έλεγχο αποτελούν μόλις το 0,5% του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων της χώρας, αλλά παράγουν περίπου το ένα πέμπτο της προστιθέμενης αξίας και πραγματοποιούν περίπου το ένα πέμπτο των επενδύσεων σε υλικά αγαθά.
 |
| Κατανομή των επιχειρήσεων ξένου ελέγχου (ανά χώρα) |
Η κατανομή των επιχειρήσεων ανά χώρα αποκαλύπτει σημαντική συγκέντρωση στην Κύπρο, η οποία αντιπροσωπεύει το 34,1% του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων ξένου ελέγχου. Ακολουθούν οι λοιπές χώρες (39,8%), ενώ αξιοσημείωτη είναι και η παρουσία του Ηνωμένου Βασιλείου, των ΗΠΑ, της Γερμανίας και του Λουξεμβούργου.
Η κατανομή των επιχειρήσεων ξένου ελέγχου διαφοροποιείται αισθητά ανάλογα με το αν εξετάζουμε τον αριθμό τους, τον κύκλο εργασιών ή την προστιθέμενη αξία που δημιουργούν. Παρατηρούμε ότι οι λοιπές χώρες συγκεντρώνουν περίπου το 40% των επιχειρήσεων ξένου ελέγχου, αλλά αντιπροσωπεύουν το 51% τόσο του κύκλου εργασιών όσο και της προστιθέμενης αξίας. Αντίθετα, η Κύπρος, παρά το γεγονός ότι συγκεντρώνει το 34% των επιχειρήσεων, συμμετέχει μόλις κατά 11% στον κύκλο εργασιών και 10% στην προστιθέμενη αξία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Γερμανία, με μερίδιο 6% στις επιχειρήσεις, αλλά 14% στον κύκλο εργασιών και 16% στην προστιθέμενη αξία. Αντίστοιχα, οι ΗΠΑ εμφανίζουν υψηλότερη συμμετοχή στην προστιθέμενη αξία (11%) σε σχέση με το μερίδιό τους στον αριθμό των επιχειρήσεων (7%).
Η αριθμητική παρουσία των επιχειρήσεων μιας χώρας δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την οικονομική τους βαρύτητα. Ειδικότερα, οι επιχειρήσεις γερμανικού και αμερικανικού ελέγχου εμφανίζουν δυσανάλογα υψηλή συμμετοχή στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας, ενώ οι επιχειρήσεις κυπριακού ελέγχου έχουν πολύ μεγαλύτερο μερίδιο στον αριθμό των επιχειρήσεων από ό,τι στην οικονομική τους συνεισφορά.
 |
| Διαρθρωτικά χαρακτηριστικά επιχειρήσεων ανά χώρα, 2024 |
- ΗΠΑ: Εμφανίζουν την υψηλότερη αναλογία προστιθέμενης αξίας προς κύκλο εργασιών (30,7%), αλλά και το υψηλότερο μερίδιο δαπανών προσωπικού στην προστιθέμενη αξία (63,4%). Αυτό υποδηλώνει ότι η εργασία απορροφά σημαντικό μέρος της παραγόμενης προστιθέμενης αξίας.
- Γερμανία: Παρουσιάζει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εικόνα. Παράλληλα με υψηλή αναλογία προστιθέμενης αξίας προς κύκλο εργασιών (27,4%), εμφανίζει το χαμηλότερο μερίδιο δαπανών προσωπικού στην προστιθέμενη αξία (34,6%). Αυτό είναι συμβατό με μεγαλύτερη συμμετοχή άλλων συντελεστών παραγωγής ή υψηλότερα λειτουργικά πλεονάσματα.
- Κύπρος: Παρουσιάζει σχετικά υψηλό μερίδιο δαπανών προσωπικού τόσο στον κύκλο εργασιών (14,9%) όσο και στην προστιθέμενη αξία (61,5%).
- Ηνωμένο Βασίλειο και Λουξεμβούργο: Εμφανίζουν χαμηλότερη αναλογία προστιθέμενης αξίας προς κύκλο εργασιών (20,6% και 21,7% αντίστοιχα), γεγονός που υποδηλώνει μικρότερη αναλογία προστιθέμενης αξίας σε σχέση με τις πωλήσεις τους.
 |
| Μερίδιο κάθε χώρας σε βασικά οικονομικά μεγέθη |
Κύπρος: Συγκεντρώνει το 34% των επιχειρήσεων, αλλά μόλις 10–11% του κύκλου εργασιών, της παραγωγής και της προστιθέμενης αξίας. Αυτό δείχνει ότι οι κυπριακά ελεγχόμενες επιχειρήσεις είναι πολυάριθμες, αλλά κατά μέσο όρο μικρότερες ως προς την οικονομική τους δραστηριότητα.
Γερμανία: Αντιπροσωπεύει μόλις το 6% των επιχειρήσεων, αλλά το 14% του κύκλου εργασιών και της παραγωγής, καθώς και το 16% της προστιθέμενης αξίας και των επενδύσεων. Το μερίδιό της στην οικονομική δραστηριότητα είναι δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με το μερίδιό της στον αριθμό επιχειρήσεων.
ΗΠΑ: Με 7% των επιχειρήσεων, αντιστοιχεί σε 10% των εργαζομένων, 13% των επενδύσεων και 14% των δαπανών προσωπικού. Η παρουσία της είναι εντονότερη σε αυτές τις μεταβλητές σε σχέση με το πλήθος επιχειρήσεων.
Ηνωμένο Βασίλειο: Τα μερίδιά του είναι σχετικά κοντά μεταξύ επιχειρήσεων, εργαζομένων και οικονομικών μεγεθών, με κάπως μεγαλύτερη συμμετοχή στις αγορές μεταπώλησης (10%).
Λουξεμβούργο: Έχει 9% των εργαζομένων, αλλά περίπου 6–7% των περισσότερων οικονομικών μεγεθών. Το μερίδιό του στις αγορές μεταπώλησης είναι υψηλότερο, στο 10%.
Λοιπές χώρες: Αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία, με περίπου 43–54% στα περισσότερα μεγέθη. Η υψηλότερη συμμετοχή τους στην αξία παραγωγής (54%) και η χαμηλότερη στις επιχειρήσεις (40%) υποδηλώνουν ότι η κατηγορία είναι ετερογενής και δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως ενιαία χώρα ή οικονομία.
 |
| Διαρθρωτικά χαρακτηριστικά επιχειρήσεων ανά χώρα, 2024 |
Οι ΗΠΑ εμφανίζουν το υψηλότερο ποσοστό ΠΑ επί του κύκλου εργασιών (30,7%).
Το Λουξεμβούργο εμφανίζει το υψηλότερο μερίδιο αγορών μεταπώλησης στις συνολικές αγορές (65%), ένδειξη μεγαλύτερης βαρύτητας της εμπορικής δραστηριότητας.
Η Γερμανία εμφανίζει το χαμηλότερο μερίδιο δαπανών προσωπικού στην ΠΑ (34,6%), ενώ οι ΗΠΑ το υψηλότερο (63,4%).
Η Κύπρος εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό επενδύσεων προς ΠΑ (30,6%).
 |
| Συνδέεται το μέγεθος της επιχείρησης με τις πωλήσεις; |
 |
| Συνδέεται το μέγεθος της επιχείρησης με τη δημιουργία αξίας; |
 |
| Οι επιχειρήσεις με υψηλότερες πωλήσεις δημιουργούν περισσότερη προστιθέμενη αξία; |
 |
| Υψηλότερος κύκλος εργασιών συνδέεται με υψηλότερη αξία παραγωγής |
Συμπεράσματα
Συμπεράσματα
Η ανάλυση των επιχειρήσεων υπό ξένο έλεγχο στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2021–2024 οδηγεί σε τέσσερα βασικά συμπεράσματα.
Πρώτον, οι επιχειρήσεις υπό ξένο έλεγχο έχουν δυσανάλογα μεγάλη οικονομική βαρύτητα σε σχέση με τον αριθμό τους. Αν και αντιπροσωπεύουν μόλις το 0,5% του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων, συγκεντρώνουν περίπου το ένα πέμπτο του κύκλου εργασιών, της προστιθέμενης αξίας και των ακαθάριστων επενδύσεων της ελληνικής οικονομίας.
Δεύτερον, κατά την περίοδο 2021–2024 καταγράφεται σημαντική ονομαστική διεύρυνση της οικονομικής τους δραστηριότητας. Ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 42,0%, η προστιθέμενη αξία κατά 46,2% και οι δαπάνες προσωπικού κατά 40,3%. Η ταχύτερη αύξηση της προστιθέμενης αξίας συνοδεύτηκε από μείωση του μεριδίου των δαπανών προσωπικού στην προστιθέμενη αξία.
Τρίτον, η οικονομική βαρύτητα των επιχειρήσεων διαφοροποιείται σημαντικά ανά χώρα τελικού ελέγχου. Η Κύπρος συγκεντρώνει το μεγαλύτερο πλήθος επιχειρήσεων, ενώ η Γερμανία εμφανίζει ιδιαίτερα υψηλή συμμετοχή στον κύκλο εργασιών, στην προστιθέμενη αξία και στις επενδύσεις σε σχέση με τον αριθμό των επιχειρήσεών της.
Τέταρτον, οι επιχειρήσεις διαφορετικών χωρών εμφανίζουν διακριτά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά. Οι διαφοροποιήσεις στην προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο, στο μερίδιο των δαπανών προσωπικού και στη βαρύτητα των αγορών για μεταπώληση υποδεικνύουν ότι η οικονομική δραστηριότητα των επιχειρήσεων υπό ξένο έλεγχο δεν είναι ομοιογενής.
Συνολικά, η ανάλυση αναδεικνύει τον σημαντικό ρόλο των επιχειρήσεων υπό ξένο έλεγχο στην ελληνική οικονομία, αλλά και την εσωτερική ετερογένεια αυτής της κατηγορίας επιχειρήσεων. Η χώρα τελικού ελέγχου συνδέεται με διαφορετικά μεγέθη και χαρακτηριστικά οικονομικής δραστηριότητας, χωρίς όμως οι παρατηρούμενες συσχετίσεις να μπορούν να ερμηνευθούν αιτιωδώς χωρίς περαιτέρω έλεγχο της κλαδικής σύνθεσης και άλλων χαρακτηριστικών των επιχειρήσεων.

1. Η Γερμανία εμφανίζει την υψηλότερη οικονομική απόδοση (ανά απασχολούμενο)
2. Οι ΗΠΑ εμφανίζουν υψηλή προστιθέμενη αξία, αλλά και υψηλές δαπάνες προσωπικού
3. Η Κύπρος παρουσιάζει χαμηλότερα μεγέθη (ανά απασχολούμενο)
4. Το Λουξεμβούργο εμφανίζει έντονο προσανατολισμό στη μεταπώληση
Η εξέταση των οικονομικών μεγεθών ανά απασχολούμενο επιτρέπει μια πιο ουσιαστική σύγκριση μεταξύ των χωρών, καθώς περιορίζει την επίδραση του διαφορετικού συνολικού μεγέθους των επιχειρηματικών ομάδων.
Η Γερμανία εμφανίζει τις υψηλότερες τιμές τόσο στον κύκλο εργασιών όσο και στην προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο. Συγκεκριμένα, ο κύκλος εργασιών ανά απασχολούμενο ανέρχεται σε 404,6 χιλ. ευρώ και η προστιθέμενη αξία σε 110,9 χιλ. ευρώ. Παράλληλα, καταγράφει τις υψηλότερες επενδύσεις ανά απασχολούμενο, ύψους 22,6 χιλ. ευρώ.
Οι επιχειρήσεις υπό αμερικανικό έλεγχο εμφανίζουν επίσης υψηλή προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο, ύψους 85,8 χιλ. ευρώ, αλλά και τις υψηλότερες δαπάνες προσωπικού ανά απασχολούμενο, περίπου 54,4 χιλ. ευρώ.
Στην αντίθετη πλευρά, οι επιχειρήσεις υπό κυπριακό έλεγχο εμφανίζουν χαμηλότερο κύκλο εργασιών και προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο, 190,4 και 46,1 χιλ. ευρώ αντίστοιχα.

1. Διαφορετικό μέγεθος επιχειρήσεων
Η Γερμανία και το Λουξεμβούργο εμφανίζουν κατά μέσο όρο πάνω από 100 απασχολουμένους ανά επιχείρηση (103 και 109 αντίστοιχα), έναντι μόλις 30 στην Κύπρο.
Αυτό επιβεβαιώνει ότι η μεγάλη παρουσία κυπριακών επιχειρήσεων σε αριθμό δεν συνεπάγεται αντίστοιχα μεγάλη οικονομική κλίμακα ανά επιχείρηση.
2. Διαφορετική ικανότητα δημιουργίας προστιθέμενης αξίας
Οι αμερικανικού ελέγχου επιχειρήσεις εμφανίζουν την υψηλότερη αναλογία προστιθέμενης αξίας προς κύκλο εργασιών (31%), ενώ οι βρετανικές τη χαμηλότερη (21%).
Αυτό δείχνει ότι για κάθε 100 ευρώ κύκλου εργασιών, οι επιχειρήσεις αμερικανικού ελέγχου δημιουργούν περίπου 31 ευρώ προστιθέμενης αξίας, έναντι 21 ευρώ στις βρετανικές.
3. Διαφορετική κατανομή της προστιθέμενης αξίας
Η Γερμανία παρουσιάζει σαφή διαφοροποίηση: μόλις το 35% της προστιθέμενης αξίας αντιστοιχεί σε δαπάνες προσωπικού (έναντι 46% στο σύνολο των επιχειρήσεων ξένου ελέγχου).
Αντίθετα, στις ΗΠΑ και στην Κύπρο τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 63% και 62%.
4. Διαφορετική βαρύτητα εμπορικής δραστηριότητας
Στις επιχειρήσεις υπό λουξεμβουργιανό έλεγχο, οι αγορές για μεταπώληση αντιστοιχούν στο 65% των συνολικών αγορών, έναντι 47% στο σύνολο.
Αυτό υποδηλώνει μεγαλύτερη βαρύτητα δραστηριοτήτων εμπορικής διαμεσολάβησης ή μεταπώλησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δείκτες που αποτυπώνουν τη διάρθρωση της οικονομικής δραστηριότητας και όχι μόνο το μέγεθός της.
Πρώτον, η αναλογία προστιθέμενης αξίας προς κύκλο εργασιών εμφανίζει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Οι επιχειρήσεις υπό αμερικανικό έλεγχο καταγράφουν την υψηλότερη τιμή, 30,7%, ενώ οι επιχειρήσεις υπό βρετανικό έλεγχο τη χαμηλότερη, 20,6%. Η διαφορά αυτή υποδηλώνει ότι η σχέση μεταξύ κύκλου εργασιών και δημιουργούμενης προστιθέμενης αξίας δεν είναι ομοιόμορφη μεταξύ των χωρών.
Δεύτερον, ιδιαίτερη διαφοροποίηση παρατηρείται στο μερίδιο των δαπανών προσωπικού στην προστιθέμενη αξία. Στη Γερμανία το ποσοστό ανέρχεται μόλις στο 34,6%, ενώ στις ΗΠΑ και στην Κύπρο φθάνει το 63,4% και 61,5% αντίστοιχα. Συνεπώς, η κατανομή της προστιθέμενης αξίας μεταξύ δαπανών προσωπικού και των υπόλοιπων συνιστωσών της παρουσιάζει αξιοσημείωτες διαφορές.
Τρίτον, η αναλογία των αγορών για μεταπώληση προς τις συνολικές αγορές είναι ιδιαίτερα υψηλή στο Λουξεμβούργο (65,0%), ενώ στις λοιπές χώρες περιορίζεται στο 42,4%. Το εύρημα αυτό είναι συμβατό με μεγαλύτερη βαρύτητα εμπορικών δραστηριοτήτων ή δραστηριοτήτων μεταπώλησης στις επιχειρήσεις υπό λουξεμβουργιανό έλεγχο.
Συνολική αποτίμηση
Γερμανία: μεγάλες επιχειρήσεις και χαμηλότερο μερίδιο δαπανών προσωπικού στην προστιθέμενη αξία.
ΗΠΑ: υψηλότερη αναλογία προστιθέμενης αξίας προς κύκλο εργασιών και υψηλότερο μερίδιο δαπανών προσωπικού.
Κύπρος: μικρότερες επιχειρήσεις και υψηλό μερίδιο δαπανών προσωπικού στην προστιθέμενη αξία.
Λουξεμβούργο: μεγάλες επιχειρήσεις με υψηλή συμμετοχή αγορών για μεταπώληση.
.....................................................................................................................................................................
.....................................................................................................................................................................
.....................................................................................................................................................................
Κλαδική κατανομή επιχειρήσεων και απασχόλησης το 2024
Η κατανομή των επιχειρήσεων και της απασχόλησης αναδεικνύει τη σημασία του εμπορίου, των καταλυμάτων και της εστίασης στην ελληνική οικονομία, αλλά και τις διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων ως προς την ένταση απασχόλησης.
- Το εμπόριο συγκεντρώνει το 23% των επιχειρήσεων και το 23% των απασχολουμένων, ενώ αντιστοιχεί επίσης στο 23% των μισθωτών και ημερομισθίων. Η συμμετοχή του στην απασχόληση είναι ανάλογη της συμμετοχής του στον αριθμό των επιχειρήσεων.
- Τα καταλύματα και η εστίαση αντιπροσωπεύουν το 12% των επιχειρήσεων, αλλά το 20% των απασχολουμένων και το 23% των μισθωτών. Η σημαντικά υψηλότερη συμμετοχή τους στην απασχόληση σε σχέση με το μερίδιό τους στις επιχειρήσεις υποδηλώνει μεγαλύτερη μέση απασχόληση ανά επιχείρηση.
- Οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες συγκεντρώνουν το 17% των επιχειρήσεων, αλλά μόλις το 9% των απασχολουμένων και το 6% των μισθωτών. Η απόκλιση αυτή συνάδει με την παρουσία πολλών μικρών επιχειρήσεων και αυτοαπασχολουμένων στον κλάδο.
- Η μεταποίηση αντιστοιχεί στο 6% των επιχειρήσεων, αλλά στο 11% των απασχολουμένων και στο 13% των μισθωτών, γεγονός που αναδεικνύει τη μεγαλύτερη σχετική βαρύτητα του κλάδου στην απασχόληση.
- Οι κατασκευές και οι μεταφορές και αποθήκευση έχουν παρόμοια συμμετοχή στον αριθμό των επιχειρήσεων (8% έκαστος), αλλά διαφορετική κατανομή απασχόλησης. Οι κατασκευές αντιστοιχούν στο 6% των απασχολουμένων και στο 5% των μισθωτών, ενώ οι μεταφορές στο 6% και στις δύο κατηγορίες.
- Οι λοιποί κλάδοι συγκεντρώνουν το 27% των επιχειρήσεων, το 25% των απασχολουμένων και το 25% των μισθωτών, διατηρώντας σχετικά ισορροπημένη συμμετοχή στα τρία μεγέθη.
Συμπέρασμα
Η κατανομή υποδεικνύει ότι η ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται από σημαντική παρουσία μικρών επιχειρήσεων σε ορισμένους κλάδους, ενώ άλλοι κλάδοι, όπως η μεταποίηση και η εστίαση, έχουν μεγαλύτερη σχετική βαρύτητα στην απασχόληση. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων, όπου η μεγάλη συμμετοχή στον αριθμό των επιχειρήσεων δεν συνοδεύεται από ανάλογη συμμετοχή στην απασχόληση.

Αναλογίας μισθωτών προς το σύνολο των απασχολουμένων (ανά κλάδο)
Η διάρθρωση της απασχόλησης παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων οικονομικής δραστηριότητας, αναδεικνύοντας διαφορετικά πρότυπα οργάνωσης της εργασίας και διαφορετικό βαθμό εξάρτησης από τη μισθωτή απασχόληση.
Ειδικότερα:
- Υψηλή συγκέντρωση μισθωτής απασχόλησης εμφανίζεται στα ορυχεία και λατομεία (94%), στην παροχή νερού και διαχείριση αποβλήτων (92%), στις διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες (87%), στη μεταποίηση (86%) και στα καταλύματα και την εστίαση (85%). Στους κλάδους αυτούς η μισθωτή εργασία αποτελεί την κυρίαρχη μορφή απασχόλησης.
- Ενδιάμεσα ποσοστά μισθωτής απασχόλησης καταγράφονται στην ενημέρωση και επικοινωνία (79%), στις χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες (79%), στην εκπαίδευση (76%), στο εμπόριο (74%), στις τέχνες και την ψυχαγωγία (74%), στην ενέργεια (73%) και στις μεταφορές και αποθήκευση (69%).
- Χαμηλότερη συμμετοχή μισθωτών παρατηρείται στη διαχείριση ακίνητης περιουσίας (66%), στις κατασκευές (66%), στην υγεία και κοινωνική μέριμνα (59%), στις λοιπές δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών (55%) και, κυρίως, στις επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες (50%).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τελευταία κατηγορία, καθώς μόλις οι μισοί απασχολούμενοι καταγράφονται ως μισθωτοί και ημερομίσθιοι. Το εύρημα αυτό είναι συμβατό με την ευρύτερη παρουσία αυτοαπασχολούμενων και επαγγελματιών που δραστηριοποιούνται με ατομική επιχειρηματική μορφή.
Συνολικά, τα στοιχεία αναδεικνύουν μια σημαντική κλαδική διαφοροποίηση: στη μεταποίηση, στην εστίαση και στις διοικητικές δραστηριότητες κυριαρχεί η μισθωτή απασχόληση, ενώ στις επαγγελματικές υπηρεσίες και σε ορισμένους άλλους κλάδους η αυτοαπασχόληση και οι μη μισθωτές μορφές εργασίας έχουν μεγαλύτερη σχετική παρουσία.

Κατανομή μισθωτών ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας (%): συμμετοχή κάθε κλάδου στο σύνολο των μισθωτών και ημερομισθίων
Το εμπόριο και τα καταλύματα – εστίαση συγκεντρώνουν από κοινού το 46% του συνόλου των μισθωτών.
Η μεταποίηση συγκεντρώνει το 13%, ενώ οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες και οι διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες από 6%.
Οι πέντε παραπάνω κατηγορίες συγκεντρώνουν συνολικά περίπου το 71% των μισθωτών.
Κεντρικό εύρημα: Η μισθωτή απασχόληση στην Ελλάδα εμφανίζει σημαντική κλαδική συγκέντρωση, με κυρίαρχη παρουσία στο εμπόριο, στον τουρισμό και στη μεταποίηση.
Συμπεράσματα για την απασχόληση
Η διάρθρωση της απασχόλησης στις ελληνικές επιχειρήσεις το 2024 αναδεικνύει τη σημαντική συμμετοχή του εμπορίου, των υπηρεσιών φιλοξενίας και εστίασης, καθώς και της μεταποίησης στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Παράλληλα, αποκαλύπτει ουσιαστικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων ως προς το μέγεθος των επιχειρήσεων και τη σχέση μισθωτής προς συνολική απασχόληση.
Ειδικότερα:
1. Συγκέντρωση της απασχόλησης σε συγκεκριμένους κλάδους. Το εμπόριο και οι δραστηριότητες παροχής καταλύματος και εστίασης αντιπροσωπεύουν από κοινού περίπου το 43% της συνολικής απασχόλησης και το 46% του συνόλου των μισθωτών. Εάν συνυπολογιστεί η μεταποίηση, οι τρεις αυτοί κλάδοι συγκεντρώνουν περίπου το 54% των μισθωτών.
2. Διαφοροποίηση της έντασης απασχόλησης ανά κλάδο. Οι δραστηριότητες καταλύματος και εστίασης εμφανίζουν δυσανάλογα υψηλή συμμετοχή στην απασχόληση σε σχέση με το μερίδιό τους στον αριθμό των επιχειρήσεων: αντιπροσωπεύουν το 12% των επιχειρήσεων, αλλά το 20% των απασχολουμένων και το 23% των μισθωτών. Αντίστοιχα, η μεταποίηση συγκεντρώνει το 6% των επιχειρήσεων, αλλά το 11% της συνολικής απασχόλησης και το 13% των μισθωτών. Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν σχετικά μεγαλύτερο μέσο μέγεθος απασχόλησης ανά επιχείρηση στους συγκεκριμένους κλάδους.
3. Εκτεταμένη παρουσία μικρών επιχειρήσεων και αυτοαπασχόλησης. Οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες αντιπροσωπεύουν το 17% των επιχειρήσεων, αλλά μόλις το 9% της συνολικής απασχόλησης και το 6% των μισθωτών. Επιπλέον, το ποσοστό των μισθωτών στο σύνολο των απασχολουμένων του κλάδου ανέρχεται περίπου στο 50%. Η εικόνα αυτή είναι συμβατή με την αυξημένη παρουσία μικρών επιχειρηματικών μονάδων και αυτοαπασχολουμένων, χωρίς ωστόσο τα συγκεντρωτικά στοιχεία να επιτρέπουν την ακριβή αποτύπωση της σύνθεσης της απασχόλησης.
4. Διαφορετικός βαθμός εξάρτησης από τη μισθωτή εργασία. Το ποσοστό των μισθωτών στο σύνολο των απασχολουμένων παρουσιάζει σημαντικές κλαδικές αποκλίσεις. Είναι ιδιαίτερα υψηλό στα ορυχεία και λατομεία (93,9%), στην παροχή νερού και τη διαχείριση αποβλήτων (91,6%), στις διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες (86,9%), στη μεταποίηση (86,3%) και στην εστίαση και φιλοξενία (84,8%). Αντίθετα, είναι χαμηλότερο στις επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες (50%), στις λοιπές υπηρεσίες (54,6%) και στην υγεία και κοινωνική μέριμνα (59,4%).
5. Σημαντική θέση των υπηρεσιών στη συνολική απασχόληση. Πέρα από το εμπόριο και τον τουρισμό, αξιοσημείωτη συμμετοχή καταγράφουν οι επαγγελματικές και επιστημονικές δραστηριότητες, οι διοικητικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες, οι μεταφορές και η αποθήκευση, καθώς και η υγεία και κοινωνική μέριμνα.
Συνολικά, η ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα το 2024 χαρακτηρίζεται από μια κλαδικά διαφοροποιημένη δομή απασχόλησης. Το εμπόριο, η φιλοξενία και η εστίαση και η μεταποίηση συγκεντρώνουν μεγάλο μέρος της μισθωτής εργασίας, ενώ σε κλάδους όπως οι επαγγελματικές και επιστημονικές δραστηριότητες παρατηρείται μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ του αριθμού των επιχειρήσεων και του αριθμού των μισθωτών. Η εικόνα αυτή υπογραμμίζει ότι η εξέταση της απασχόλησης δεν αρκεί να περιορίζεται στον συνολικό αριθμό των εργαζομένων, αλλά χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη τόσο την κλαδική κατανομή τους όσο και τη σχέση μισθωτής και μη μισθωτής απασχόλησης.
Μερίδιο Κύκλου Εργασιών (%):
Η κατανομή του κύκλου εργασιών ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας αναδεικνύει την κυριαρχία του εμπορίου, το οποίο συγκεντρώνει το 37,5% του συνολικού κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων το 2024. Ακολουθεί η μεταποίηση με 20,2%, ενώ σημαντικά χαμηλότερα μερίδια καταγράφουν οι υπηρεσίες παροχής καταλύματος και εστίασης (5,4%), οι μεταφορές και η αποθήκευση (5,4%), οι κατασκευές (5,2%) και η παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου (5,1%). Αξιοσημείωτο είναι ότι το εμπόριο και η μεταποίηση συγκεντρώνουν από κοινού σχεδόν το 58% του συνολικού κύκλου εργασιών, γεγονός που αναδεικνύει τη βαρύτητα των δύο αυτών κλάδων στην επιχειρηματική δραστηριότητα της χώρας. Αντίθετα, οι περισσότεροι υπόλοιποι κλάδοι εμφανίζουν σαφώς μικρότερη συμμετοχή, με μερίδια κάτω του 5%.

Η κατανομή της αξίας παραγωγής ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας αναδεικνύει την κυρίαρχη θέση της μεταποίησης, η οποία αντιπροσωπεύει το 27,5% της συνολικής αξίας παραγωγής το 2024. Ακολουθεί το χονδρικό και λιανικό εμπόριο με 15,2%, ενώ σημαντική συμμετοχή καταγράφουν επίσης οι υπηρεσίες παροχής καταλύματος και εστίασης (7,7%), οι μεταφορές και η αποθήκευση (7,6%) και οι κατασκευές (7,4%). Οι τρεις τελευταίοι κλάδοι εμφανίζουν παρόμοια μερίδια, γεγονός που υποδηλώνει τη σημαντική παρουσία τους στην παραγωγική δραστηριότητα των επιχειρήσεων. Συνολικά, η μεταποίηση και το εμπόριο συγκεντρώνουν περίπου το 42,7% της αξίας παραγωγής.

Η κατανομή της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (ΑΠΑ) ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας αναδεικνύει την πρωτοκαθεδρία του χονδρικού και λιανικού εμπορίου, το οποίο συγκεντρώνει το 19,6% της συνολικής ΑΠΑ το 2024. Ακολουθεί η μεταποίηση με 17,0%, ενώ ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμμετοχή των χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών δραστηριοτήτων (11,3%). Οι τρεις αυτοί κλάδοι αντιπροσωπεύουν από κοινού σχεδόν το 48% της συνολικής προστιθέμενης αξίας. Σημαντική είναι επίσης η συμβολή των υπηρεσιών παροχής καταλύματος και εστίασης (8,8%), καθώς και των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων (7,8%).

Σε σύγκριση με την κατανομή της αξίας παραγωγής, παρατηρείται ενίσχυση της σχετικής βαρύτητας του εμπορίου και, κυρίως, των χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών δραστηριοτήτων στην ΑΠΑ. Αντίθετα, η μεταποίηση, παρότι αποτελεί τον μεγαλύτερο κλάδο ως προς την αξία παραγωγής, καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση ως προς την προστιθέμενη αξία. Η διαφοροποίηση αυτή αναδεικνύει ότι η συμβολή των κλάδων στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας δεν είναι ανάλογη του μεγέθους της συνολικής παραγωγικής τους δραστηριότητας.
ΑΠΑ / Κύκλος εργασιών (%)
Δείχνει πόση προστιθέμενη αξία δημιουργείται ανά 100 ευρώ κύκλου εργασιών. Αποτελεί έναν χρήσιμο δείκτη της σχετικής έντασης δημιουργίας προστιθέμενης αξίας σε κάθε κλάδο, χωρίς όμως να ταυτίζεται με το περιθώριο κέρδους ή την κερδοφορία.
Είναι χρήσιμος δείκτης για να εξετάσουμε την ένταση δημιουργίας προστιθέμενης αξίας σε σχέση με το μέγεθος της εμπορικής δραστηριότητας.
Οι υψηλότερες αναλογίες καταγράφονται στις χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες (64,3%), στην εκπαίδευση (60,2%) και στην υγεία και κοινωνική μέριμνα (53,2%). Αντίθετα, χαμηλές αναλογίες εμφανίζουν το εμπόριο (13,3%), τα ορυχεία και λατομεία (13,6%), οι τέχνες, η διασκέδαση και η ψυχαγωγία (18,1%) και η μεταποίηση (21,5%). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση του εμπορίου, όπου ο υψηλός κύκλος εργασιών δεν συνοδεύεται από αντίστοιχα υψηλή αναλογία προστιθέμενης αξίας, γεγονός που συνδέεται με τη φύση της εμπορικής δραστηριότητας και την ενσωμάτωση της αξίας των μεταπωλούμενων αγαθών στον κύκλο εργασιών.
ΑΠΑ / Αξία παραγωγής (%)
Δείχνει ποιο ποσοστό της αξίας παραγωγής αντιστοιχεί σε ακαθάριστη προστιθέμενη αξία. Συμπληρώνει τον προηγούμενο δείκτη (ΑΠΑ / Κύκλος Εργασιών), επειδή συγκρίνει την προστιθέμενη αξία με την παραγωγή του ίδιου του κλάδου.
Υψηλή τιμή: μεγαλύτερο μέρος της αξίας παραγωγής δημιουργείται εντός της επιχείρησης ή του κλάδου, σε σχέση με τις ενδιάμεσες εισροές.
Χαμηλή τιμή: μεγαλύτερο μέρος της αξίας παραγωγής αντιστοιχεί σε ενδιάμεσες καταναλώσεις, δηλαδή σε αγαθά και υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία.
Ο δείκτης αποτυπώνει, επομένως, τη σχετική συμβολή της παραγωγικής δραστηριότητας στη δημιουργία νέας αξίας.
Η υψηλότερη αναλογία καταγράφεται στις χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες (75,2%), ενώ ακολουθούν η εκπαίδευση (59,6%), η υγεία και κοινωνική μέριμνα (53,6%) και οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες (51,6%). Σημαντικές αναλογίες εμφανίζουν επίσης η ενημέρωση και επικοινωνία (49,2%) και το εμπόριο (48,8%). Αντίθετα, χαμηλότερες τιμές παρατηρούνται στα ορυχεία και λατομεία (13,6%), στις τέχνες, τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία (17,4%) και στη μεταποίηση (23,6%).
Δαπάνες εργασίας / ΑΠΑ (%)
Δείχνει ποιο ποσοστό της ΑΠΑ αντιστοιχεί στις δαπάνες παροχών προς τους εργαζομένους.
Στο σύνολο των επιχειρήσεων, οι δαπάνες παροχών σε εργαζομένους αντιστοιχούν περίπου στο 47% της ΑΠΑ. Ωστόσο, παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων. Ιδιαίτερα υψηλές αναλογίες καταγράφονται στις άλλες δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών (91,3%), στην εκπαίδευση (79,0%), στα καταλύματα και την εστίαση (63,5%), καθώς και στην παροχή νερού και διαχείριση αποβλήτων (62,8%). Αντίθετα, χαμηλότερες αναλογίες εμφανίζουν οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες (23,3%), η διαχείριση ακίνητης περιουσίας (22,7%) και η ενέργεια (29,5%).
Δαπάνες εργασίας / Κύκλος εργασιών (%)
Δείχνει πόσο επιβαρύνεται ο κύκλος εργασιών από τις δαπάνες παροχών προς τους εργαζομένους.
Αποτυπώνει τη σχετική ένταση του εργασιακού κόστους σε σχέση με το μέγεθος της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Οι δαπάνες εργασίας αντιστοιχούν στο 12% του συνολικού κύκλου εργασιών. Η αναλογία είναι ιδιαίτερα υψηλή στην εκπαίδευση (47,3%), στις άλλες δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών (32,0%), στα καταλύματα και την εστίαση (26,1%) και στην υγεία και κοινωνική μέριμνα (25,7%). Αντίθετα, στο εμπόριο περιορίζεται στο 7,5%, παρά το γεγονός ότι ο κλάδος συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μερίδιο του συνολικού κύκλου εργασιών.
1. Χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και εκπαίδευση: δύο πολύ διαφορετικά πρότυπα δημιουργίας αξίας
Οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες εμφανίζουν την υψηλότερη αναλογία ΑΠΑ προς κύκλο εργασιών (64,3%) και ΑΠΑ προς αξία παραγωγής (75,2%). Αυτό σημαίνει ότι ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος της αξίας παραγωγής του κλάδου αντιστοιχεί σε προστιθέμενη αξία, ενώ οι δαπάνες εργασίας αντιστοιχούν μόλις στο 23,3% της ΑΠΑ.
Η εικόνα αυτή διαφοροποιείται σημαντικά από εκείνη της εκπαίδευσης. Στον συγκεκριμένο κλάδο, η ΑΠΑ αντιστοιχεί στο 60,2% του κύκλου εργασιών και στο 59,6% της αξίας παραγωγής, ενώ οι δαπάνες εργασίας απορροφούν το 79% της ΑΠΑ. Επιπλέον, οι δαπάνες εργασίας αντιστοιχούν στο 47,3% του κύκλου εργασιών, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ όλων των κλάδων.
Η αντιπαραβολή των δύο κλάδων είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική: ενώ και οι δύο εμφανίζουν υψηλή αναλογία προστιθέμενης αξίας, η σύνθεση της τελευταίας είναι εντελώς διαφορετική. Στη χρηματοπιστωτική δραστηριότητα οι δαπάνες εργασίας καταλαμβάνουν σχετικά μικρό μέρος της ΑΠΑ, ενώ στην εκπαίδευση αποτελούν το κυρίαρχο στοιχείο της.
2. Υγεία, επαγγελματικές υπηρεσίες και ενημέρωση: υψηλή δημιουργία προστιθέμενης αξίας
Σχετικά υψηλές επιδόσεις ως προς τη δημιουργία προστιθέμενης αξίας παρουσιάζουν επίσης:
Η υγεία και κοινωνική μέριμνα, με ΑΠΑ/κύκλο εργασιών 53,2% και ΑΠΑ/αξία παραγωγής 53,6%.
Οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες, με αντίστοιχα ποσοστά 47,6% και 51,6%.
Η ενημέρωση και επικοινωνία, με 45% και 49,2%.
Οι κλάδοι αυτοί εμφανίζουν σχετικά υψηλή συμμετοχή της προστιθέμενης αξίας στην παραγωγική τους δραστηριότητα. Ωστόσο, παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις ως προς τη βαρύτητα της εργασίας: οι δαπάνες εργασίας αντιστοιχούν στο 48,2% της ΑΠΑ στην υγεία, στο 45,9% στις επαγγελματικές υπηρεσίες και στο 50,8% στην ενημέρωση και επικοινωνία.
Επομένως, η υψηλή αναλογία προστιθέμενης αξίας δεν συνεπάγεται απαραίτητα και αντίστοιχα υψηλή συμμετοχή των δαπανών εργασίας σε αυτήν.
3. Καταλύματα, εστίαση και διοικητικές υπηρεσίες: υψηλή σχετική βαρύτητα της εργασίας
Οι κλάδοι των καταλυμάτων και της εστίασης και των διοικητικών και υποστηρικτικών δραστηριοτήτων παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα.
Στα καταλύματα και την εστίαση, οι δαπάνες εργασίας αντιστοιχούν στο 63,5% της ΑΠΑ, ενώ στις διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 59,5%.
Παράλληλα, οι δαπάνες εργασίας αντιστοιχούν στο 26,1% και στο 23,6% του κύκλου εργασιών, αντίστοιχα. Πρόκειται για σχετικά υψηλά ποσοστά, τα οποία υποδηλώνουν ότι η εργασία αποτελεί σημαντικό συντελεστή της οικονομικής δραστηριότητας των συγκεκριμένων κλάδων.
Ανάλογη εικόνα, αν και εντονότερη ως προς τη συμμετοχή της εργασίας στην ΑΠΑ, παρατηρείται στις άλλες δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών: οι δαπάνες εργασίας αντιστοιχούν στο 91,3% της ΑΠΑ και στο 32% του κύκλου εργασιών.
4. Μεταποίηση, κατασκευές και ενέργεια: χαμηλότερη αναλογία προστιθέμενης αξίας
Η μεταποίηση και οι κατασκευές εμφανίζουν χαμηλότερες αναλογίες ΑΠΑ προς κύκλο εργασιών, 21,5% και 25,7% αντίστοιχα. Παράλληλα, η ΑΠΑ αντιστοιχεί στο 23,6% της αξίας παραγωγής στη μεταποίηση και στο 26,9% στις κατασκευές.
Στην ενέργεια, οι αντίστοιχες αναλογίες είναι ακόμη χαμηλότερες ως προς τον κύκλο εργασιών (18,8%), ενώ η ΑΠΑ αντιστοιχεί στο 27,8% της αξίας παραγωγής.
Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι στους συγκεκριμένους κλάδους η ενδιάμεση κατανάλωση έχει σχετικά μεγαλύτερη βαρύτητα στη διαμόρφωση της αξίας παραγωγής. Παράλληλα, οι δαπάνες εργασίας αντιστοιχούν στο 46,6% της ΑΠΑ στη μεταποίηση, στο 38,4% στις κατασκευές και στο 29,5% στην ενέργεια.
5. Το εμπόριο: χαρακτηριστική απόκλιση μεταξύ κύκλου εργασιών και αξίας παραγωγής
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το χονδρικό και λιανικό εμπόριο. Ο κλάδος εμφανίζει τη χαμηλότερη αναλογία ΑΠΑ προς κύκλο εργασιών (13,3%), αλλά η ΑΠΑ αντιστοιχεί στο 48,8% της αξίας παραγωγής του.
Η φαινομενική αυτή αντίφαση εξηγείται από την ιδιαιτερότητα της εμπορικής δραστηριότητας: ο κύκλος εργασιών περιλαμβάνει την αξία των πωλήσεων των εμπορευμάτων, ενώ η αξία παραγωγής του εμπορίου αποτυπώνει κυρίως την εμπορική προσαύξηση (εμπορικό περιθώριο) και όχι ολόκληρη την αξία των μεταπωλούμενων αγαθών.
Έτσι, ο κύκλος εργασιών είναι ιδιαίτερα υψηλός σε σχέση με την ΑΠΑ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο κλάδος έχει κατ' ανάγκη χαμηλή ικανότητα δημιουργίας προστιθέμενης αξίας στο πλαίσιο της δικής του παραγωγικής δραστηριότητας.
Επιπλέον, οι δαπάνες εργασίας αντιστοιχούν στο 56,5% της ΑΠΑ, αλλά μόλις στο 7,5% του κύκλου εργασιών. Η διαφορά αυτή αναδεικνύει τη σημασία της επιλογής του κατάλληλου παρονομαστή κατά τη σύγκριση διαφορετικών κλάδων.
Δες εδώ: https://datawrapper.dwcdn.net/VzgOn/1/
Διαχείριση ακίνητης περιουσίας: εμφανίζει πολύ υψηλή επενδυτική ένταση, με επενδύσεις ίσες με το 87,1% της ΑΠΑ και το 34,6% της αξίας παραγωγής.
Ενέργεια: παρουσιάζει επίσης υψηλή επενδυτική ένταση, με επενδύσεις που αντιστοιχούν στο 63,5% της ΑΠΑ.
Ορυχεία και λατομεία: η αναλογία επενδύσεων/ΑΠΑ φτάνει το 266,8%. Η εξαιρετικά υψηλή τιμή οφείλεται εν μέρει στη χαμηλή συνολική ΑΠΑ του κλάδου, η οποία επηρεάζεται από την αρνητική ΑΠΑ της εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Καταλύματα και εστίαση: εμφανίζουν αξιοσημείωτη επενδυτική δραστηριότητα, με επενδύσεις ίσες με το 26,5% της ΑΠΑ.
Επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες: βρίσκονται στο χαμηλότερο άκρο, με επενδύσεις μόλις 5,7% της ΑΠΑ.
Δες εδώ: https://datawrapper.dwcdn.net/SkFC9/1/
Δείκτης | Τύπος υπολογισμού | Τι αποτυπώνει |
|---|
Προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο | ΑΠΑ / Σύνολο απασχολουμένων | Παραγωγικότητα εργασίας
|
Κύκλος εργασιών ανά απασχολούμενο | Κύκλος εργασιών / Σύνολο απασχολουμένων | Οικονομική δραστηριότητα ανά εργαζόμενο |
Αξία παραγωγής ανά απασχολούμενο | Αξία παραγωγής / Σύνολο απασχολουμένων | Παραγωγική δραστηριότητα ανά εργαζόμενο |
Προστιθέμενη αξία ανά επιχείρηση | ΑΠΑ / Αριθμός επιχειρήσεων | Μέσο οικονομικό μέγεθος επιχείρησης |
Παραγωγικότητα εργασίας και οικονομική διάσταση των επιχειρήσεων (ανά κλάδο)
Οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες εμφανίζουν την υψηλότερη προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο (181,8 χιλ. ευρώ), με σημαντική διαφορά από τους υπόλοιπους κλάδους. Παράλληλα, καταγράφουν την υψηλότερη προστιθέμενη αξία ανά επιχείρηση (769,6 χιλ. ευρώ). Το εύρημα αυτό υποδηλώνει την ιδιαίτερα υψηλή δημιουργία προστιθέμενης αξίας στον συγκεκριμένο κλάδο σε σχέση με το μέγεθος της απασχόλησης και τον αριθμό των επιχειρήσεων.
Ο κλάδος της ενέργειας παρουσιάζει τη δεύτερη υψηλότερη προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο (133,1 χιλ. ευρώ), αλλά και τον υψηλότερο κύκλο εργασιών ανά απασχολούμενο (708,2 χιλ. ευρώ) και την υψηλότερη αξία παραγωγής ανά απασχολούμενο (478,6 χιλ. ευρώ). Η απόκλιση μεταξύ κύκλου εργασιών και προστιθέμενης αξίας δείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας συνδέεται με την αξία των εισροών και των ενδιάμεσων συναλλαγών.
Υψηλές επιδόσεις ως προς την προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο εμφανίζουν επίσης η διαχείριση ακίνητης περιουσίας (61,9 χιλ. ευρώ), η ενημέρωση και επικοινωνία (58,1 χιλ. ευρώ) και η μεταποίηση (48,0 χιλ. ευρώ). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταποίηση, η οποία, παρά την υψηλή προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο, εμφανίζει σχετικά υψηλό κύκλο εργασιών (223,7 χιλ. ευρώ) και αξία παραγωγής (203,9 χιλ. ευρώ) ανά απασχολούμενο.
Αντίθετα, χαμηλές τιμές προστιθέμενης αξίας ανά απασχολούμενο καταγράφονται στις άλλες δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών (6,7 χιλ. ευρώ), στην εκπαίδευση (11,3 χιλ. ευρώ) και στα καταλύματα και την εστίαση (13,5 χιλ. ευρώ). Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη σημαντική κλαδική διαφοροποίηση ως προς την προστιθέμενη αξία που δημιουργείται σε σχέση με την απασχόληση.
Αξιοσημείωτη είναι και η περίπτωση του εμπορίου. Παρουσιάζει σχετικά υψηλό κύκλο εργασιών ανά απασχολούμενο (198,0 χιλ. ευρώ), αλλά αισθητά χαμηλότερη αξία παραγωγής (54,1 χιλ. ευρώ) και προστιθέμενη αξία (26,4 χιλ. ευρώ) ανά απασχολούμενο. Η απόκλιση αυτή συνδέεται με τη φύση της εμπορικής δραστηριότητας, καθώς ο κύκλος εργασιών περιλαμβάνει την αξία των μεταπωλούμενων αγαθών, ενώ η αξία παραγωγής και η προστιθέμενη αξία αποτυπώνουν διαφορετικές οικονομικές διαστάσεις.
Τέλος, ως προς την προστιθέμενη αξία ανά επιχείρηση, μετά τις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες ακολουθούν η παροχή νερού και η διαχείριση αποβλήτων (369,7 χιλ. ευρώ), η μεταποίηση (339,1 χιλ. ευρώ), η ενέργεια (332,6 χιλ. ευρώ) και η ενημέρωση και επικοινωνία (253,3 χιλ. ευρώ). Στον αντίποδα, οι άλλες δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών (15,3 χιλ. ευρώ), η εκπαίδευση (47,6 χιλ. ευρώ) και η υγεία και κοινωνική μέριμνα (48,4 χιλ. ευρώ) εμφανίζουν τις χαμηλότερες τιμές.
Συνολικά, τα στοιχεία αναδεικνύουν μια έντονα διαφοροποιημένη κλαδική διάρθρωση. Οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και η ενέργεια ξεχωρίζουν ως προς την προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο, ενώ το εμπόριο χαρακτηρίζεται από υψηλό κύκλο εργασιών σε σχέση με την προστιθέμενη αξία. Παράλληλα, οι υπηρεσίες που στηρίζονται σε μεγαλύτερη ένταση εργασίας εμφανίζουν χαμηλότερη μέση προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο. Οι δείκτες, ωστόσο, αποτελούν κλαδικούς μέσους όρους και δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως άμεσες μετρήσεις της ατομικής παραγωγικότητας των εργαζομένων ή της κερδοφορίας των επιχειρήσεων.
Δες εδώ: https://datawrapper.dwcdn.net/sgmhs/1/
Μερίδιο απασχόλησης – Μερίδιο ΑΠΑ
Πάνω από τη διαγώνιο: μεγαλύτερη συμμετοχή στην ΑΠΑ από ό,τι στην απασχόληση.
Κάτω από τη διαγώνιο: μικρότερη συμμετοχή στην ΑΠΑ από ό,τι στην απασχόληση.
Μερίδιο απασχόλησης – ΑΠΑ ανά απασχολούμενο
Μερίδιο κύκλου εργασιών – Μερίδιο απασχόλησης
Κύκλος εργασιών ανά απασχολούμενο – ΑΠΑ ανά απασχολούμενο
ΑΠΑ ανά επιχείρηση – Απασχολούμενοι ανά επιχείρηση
Μερίδιο επιχειρήσεων – Μερίδιο απασχόλησης
Απασχόληση – παραγωγικότητα – μέγεθος κύκλου εργασιών
εμπόριο: μεγάλη συμμετοχή στην απασχόληση και στον κύκλο εργασιών, αλλά σχετικά χαμηλή ΑΠΑ ανά απασχολούμενο.
ενέργεια & χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες: υψηλή ΑΠΑ ανά απασχολούμενο, παρά τη μικρότερη συμμετοχή στην απασχόληση.
Κύκλος εργασιών – προστιθέμενη αξία – απασχόληση
Τι αναδεικνύεται:
Η διαφορά μεταξύ εμπορικής διακίνησης και δημιουργίας προστιθέμενης αξίας.
Η ιδιαίτερη θέση του εμπορίου, με υψηλό κύκλο εργασιών ανά εργαζόμενο αλλά πολύ χαμηλότερη ΑΠΑ ανά εργαζόμενο.
Οι κλάδοι με υψηλή ΑΠΑ ανά εργαζόμενο.
ΑΠΑ και κύκλος εργασιών
Παραγωγικότητα και δαπάνες εργασίας ανά εργαζόμενο
(στους κλάδους με υψηλότερη παραγωγικότητα αντιστοιχούν υψηλότερες δαπάνες προσωπικού ανά απασχολούμενο)
Παραγωγικότητα και μερίδιο εργασίας (δαπάνες προσωπικού / ΑΠΑ × 100)
Αρνητική σχέση:
η αύξηση της παραγωγικότητας δεν συνοδεύεται από ανάλογη αύξηση των αμοιβών (μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας παραμένει ως λειτουργικό πλεόνασμα).
(στους κλάδους υψηλότερης παραγωγικότητας οι δαπάνες προσωπικού αποτελούν μικρότερο ποσοστό της προστιθέμενης αξίας)
Οι υψηλότερες επιδόσεις παραγωγικότητας συνοδεύονται από υψηλότερες αμοιβές ανά εργαζόμενο, αλλά όχι από ανάλογη αύξηση της συμμετοχής της εργασίας στη δημιουργούμενη προστιθέμενη αξία (στους κλάδους υψηλής παραγωγικότητας ένα μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας δεν κατευθύνεται στις δαπάνες προσωπικού).
Η συσχέτιση της παραγωγικότητας της εργασίας με τις δαπάνες προσωπικού ανά απασχολούμενο εμφανίζεται θετική, υποδηλώνοντας ότι οι κλάδοι με υψηλότερη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο τείνουν να καταβάλλουν υψηλότερες δαπάνες εργασίας ανά απασχολούμενο. Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται όταν εξετάζεται η συμμετοχή των δαπανών προσωπικού στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία. Η αρνητική σχέση μεταξύ παραγωγικότητας και μεριδίου εργασίας υποδηλώνει ότι οι υψηλότερες επιδόσεις παραγωγικότητας δεν συνοδεύονται από αναλογικά μεγαλύτερη συμμετοχή της εργασίας στη δημιουργούμενη προστιθέμενη αξία.
Το εύρημα αυτό αναδεικνύει τη διάκριση μεταξύ της απόλυτης αμοιβής της εργασίας και της σχετικής θέσης της στην κατανομή του παραγόμενου εισοδήματος. Ειδικότερα, η υψηλότερη παραγωγικότητα μπορεί να συνυπάρχει με υψηλότερες αμοιβές ανά εργαζόμενο, αλλά και με χαμηλότερο μερίδιο εργασίας, όταν η αύξηση της προστιθέμενης αξίας υπερβαίνει την αντίστοιχη αύξηση των δαπανών προσωπικού. Από την οπτική της πολιτικής οικονομίας, η διαπίστωση αυτή θέτει το ζήτημα του κατά πόσο τα οφέλη από την αύξηση της παραγωγικότητας διαχέονται στην εργασία ή αποτυπώνονται κυρίως σε άλλες συνιστώσες της προστιθέμενης αξίας.
Θετική σχέση μεταξύ απασχόλησης και δαπανών προσωπικού.
Όσο μεγαλύτερο είναι το μερίδιο ενός κλάδου στην απασχόληση, τόσο μεγαλύτερο αναμένεται να είναι και το μερίδιό του στις συνολικές δαπάνες προσωπικού.
- Μερίδιο απασχόλησης (%) = (Απασχολούμενοι κλάδου / Συνολικοί απασχολούμενοι)*100
- Μερίδιο δαπανών προσωπικού = (Δαπάνες προσωπικού κλάδου / Συνολικές δαπάνες προσωπικού)*100
- Μέγεθος φυσαλίδας: Μερίδιο κλάδου στη συνολική ΑΠΑ (%).
ΠΗΓΗ: https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SDE01/-